Μαρξιστικό Δελτίο

Το Μαρξιστικό Δελτίο έχει σκοπό να διαδώσει την επαναστατική θεωρία και να παρουσιάσει τον διάλογο των επαναστατικών ιδεών * Από τους κλασσικούς μέχρι τους σύγχρονους επαναστάτες διανοούμενους και αγωνιστές * Τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο (Κ. Μαρξ) * thanasis.ane@gmail.com * Τα άρθρα δεν εκφράζουν και την ιστοσελίδα *

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

Η Έννοια Του Χρήματος

του Christopher J. Arthur
μετάφραση Χρήστος Βαλλιάνος 

Παρ’ όλο που το χρήμα έχει πάντα μια υλική ύπαρξη, η οντολογική του κατανόηση παραμένει δύσκολη. Στο παρόν άρθρο υποστηρίζουμε τη θέση ότι η έννοια του χρήματος απαιτεί μια αποσαφήνιση με τη βοήθεια των εργαλείων της λογικής του Χέγκελ.

Η συζήτηση αυτή αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος που στοχεύει σε μια συστηματική διαλεκτική ανασύνθεση των κατηγοριών του Κεφαλαίου [1] του Μαρξ, για την οποία προσφέρει τη δυνατότητα μιας συγκεκριμένης δοκιμής. Η συστηματική διαλεκτική είναι μια μέθοδος έκθεσης της εσωτερικής άρθρωσης ενός δεδομένου συνόλου. Κατά την επεξεργασία μιας τέτοιας ολότητας, η επιστήμη θα πρέπει να παίρνει το σχήμα ενός συστήματος που περιλαμβάνει ένα σύνολο κατηγοριών οι οποίες συλλαμβάνουν τις μορφές και τις καταστατικές σχέσεις της ολότητας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ολότητα παρουσιάζεται μέσω μιας συστηματικής διαλεκτικής κατηγοριών. Ωστόσο, στη θεωρία μας εμπλέκεται κάτι περισσότερο από μια μέθοδος. H oντολογία είναι επίσης υπό κρίση. Η λογική του Χέγκελ, πέραν της συστηματικότητάς της, έχει δύο χαρακτηριστικά:

1. οι μορφές σκέψης θεωρούνται επαρκώς αυτόνομες ώστε να είναι αυτο-κινούμενες,

2. επομένως το εννοιολογικό πλαίσιο θεωρείται «η αλήθεια» της πραγματικότητας.

Γι’ αυτόν το λόγο ο Χέγκελ αποκαλούσε τον εαυτό του ιδεαλιστή. Πιστεύω ότι η μορφή της αξίας έχει μια παρόμοια ιδεατότητα, ωστόσο είναι μια πραγματική ιδεατότητα που επιβάλλεται στο περιεχόμενο της οικονομικής ζωής. Η οντολογία της αξιακής μορφής είναι αυτή μιας αντικειμενικής ιδεατότητας, που είναι, ωστόσο, εγγενής στην κοινωνική υλικότητα.

Η σημασία της λογικής του Χέγκελ για την ανασύνθεση των κατηγοριών του Μαρξ, την οποία επιχειρώ, προκύπτει από την πραγματικότητα εκείνης της αφαίρεσης κατά την ανταλλαγή που επιβεβαιώνεται με το ότι δύο ετερογενή εμπορεύματα ταυτοποιούνται ως «αξίες». Αυτή η «πρακτική αφαίρεση» σημαίνει ότι ο χαρακτήρας της αξίας χρήσης των υπόψη εμπορευμάτων «αναστέλλεται» κατά τη φάση της ανταλλαγής. Ως συνέπεια αυτής της έκλειψης, τα εμπορεύματα αποκτούν έναν νέο προσδιορισμό: το χαρακτήρα της ανταλλακτικής αξίας. Τα εμπλεκόμενα διαφορετικά αγαθά παίζουν το ρόλο των στηριγμάτων αυτού του κοινωνικού προσδιορισμού. Καθίστανται υποκείμενα της αξιακής μορφής. Ακόμη, η λογική του Χέγκελ ξεφεύγει από τον διασκορπισμό των τυχαίων εμπειρικών περιπτώσεων προκειμένου να αφήσει την κατηγορία ως τέτοια. Κατά την άποψή μου, στο επίπεδο της οντολογίας, η κίνηση της ανταλλαγής, από την οποία προκύπτει μια πρακτική αφαίρεση από τη φυσική ιδιαιτερότητα των εμπορευμάτων, και η κίνηση της σκέψης, από την οποία προκύπτει ένα σύστημα λογικών κατηγοριών, είναι ομόλογες. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.

Η κοινωνική μορφή της ανταλλαγής προσδιορίζεται από οικονομικές κατηγορίες. Απορρίπτουμε την άποψη που βλέπει στην εργασία, τον καταμερισμό της και την παραγωγικότητά της, τους φυσικούς καθοριστικούς παράγοντες οι οποίοι αντανακλώνται σε μορφές κοινωνικής αναγνώρισης, όπως οι τιμές και τα κέρδη. Αντίθετα, βλέπουμε την κοινωνική πρακτική να συγκροτεί τις κοινωνικές μορφές, και ιδιαίτερα τη μορφή της αξίας, στο εσωτερικό της οποίας εγγράφεται η παραγωγική δραστηριότητα. Επειδή οι παραγωγικές μονάδες αποσυνδέονται η μία από την άλλη, η εργασία καθίσταται κοινωνική μόνο στο βαθμό που τα προϊόντα της ανταλλάσσονται. Συνέπεια αυτού είναι ότι οι εργασίες αυτές αναγνωρίζονται κοινωνικά από την άποψη της αξίας μόνον ως αφηρημένες εργασίες. Κατ’ ακολουθία, ο ιδιαίτερος, αφηρημένος χαρακτήρας της εργασίας που παράγει εμπορεύματα είναι το αποτέλεσμα της κοινωνικής πραγματικότητας της ανταλλαγής και όχι το έδαφός της.

Ένας τρόπος να στοχαστούμε την πρότασή μας να αποδώσουμε κεντρική σημασία στη μορφή είναι να στοχαστούμε κατ’ αναλογία την «κοπερνίκεια επανάσταση» του Καντ: ο Καντ κάνει τα αντικείμενά του να είναι σύμφωνα με τη γνώση τους. Στην περίπτωσή μας, τα εμπορεύματα πρέπει να είναι σύμφωνα με το πώς είναι πρακτικά γνωστά μέσω των μορφών της αξίας. Το χρήμα δεν είναι αυτό με το οποίο μετράμε τα εμπορεύματα που παρουσιάζονται ως αξίες, αλλά αυτό που επιτρέπει στα εμπορεύματα να γίνονται γνωστά ως αξίες πριν από οτιδήποτε άλλο, μέσω μιας υπερβατικής σύνθεσης της πολλαπλότητας του εμπορεύματος. Η χρηματική μορφή είναι η συνθήκη που καθιστά δυνατή μια μονιστική [unitary] σφαίρα αξιακών σχέσεων.

Ας επιστρέψουμε τώρα στην εξέταση της προέλευσης του χρήματος. Από την παρατήρηση ότι όλα τα εμπορεύματα είναι ανταλλάξιμα σε καθορισμένες αναλογίες προκύπτει το αξίωμα ότι οι διάφορες ανταλλακτικές αξίες που διαθέτει ένα εμπόρευμα μοιράζονται μια μοναδική ουσία. Πώς, όμως, αποδεικνύεται αυτό; Η απλούστερη μορφή αξίας που λανθάνει στις εμπορευματικές σχέσεις είναι «η αξία του Α εκφράζεται στο [σε] Β». Όπως παρατηρεί διορατικά ο Μαρξ, το Β είναι εδώ παρόν ως ένα φυσικό σώμα και όχι ως αξία. Δεν είναι αξία, γιατί δεν έχει ακόμα κατατεθεί η αρχική υπόθεση ότι υπάρχει κάτι που λέγεται αξία πριν από αυτή τη σχέση. Ακόμη και να δεχτούμε ότι αυτό είναι μια αξιακή σχέση, η αξία δεν μπορεί να είναι παρούσα στο φυσικό σώμα κανενός από τα δύο εμπορεύματα, γιατί η ετερογένεια αυτών των σωμάτων απαιτεί από την αξία να κάνει αφαίρεση των χαρακτηριστικών τους. Αν λοιπόν το Α δεν μπορεί να εκφράζει την αξία στο ίδιο του το σώμα, δηλώνει, ωστόσο, ότι το σώμα του Β είναι ο τόπος της αξίας, την οποία αυτό το ίδιο δεν μπορεί να εκφράσει.

Η αξία, αν είναι πραγματική, θα πρέπει να εμφανίζεται. Ένα εμπόρευμα εμφανίζεται άμεσα ως αξία χρήσης. Επειδή, όμως, η αξία του εμπορεύματος ορίζεται σε αντιδιαστολή προς τη δική του αξία χρήσης, η αξία δεν μπορεί να εμφανιστεί εδώ. Ωστόσο, με τη μορφή της αξίας ανταλλαγής, η αξία του Α εμφανίζεται ως το φυσικό σώμα του Β. Υπάρχουν λοιπόν δύο λέξεις που θεμελιώνονται στην αξία χρήσης με αντεστραμμένο τρόπο. Κατ’ ουσίαν, η αξία είναι μη αξία χρήσης (του Α), αλλά εμφανίζεται ως αξία χρήσης (του Β). Η ιδιαιτερότητα του ισοδυνάμου (Β) είναι ότι σε αυτό το υλικό σώμα του εμπορεύματος δεν μετρά ως αυτό που είναι αλλά ως αξία.

Το χρήμα ως γενικό [universal] ισοδύναμο είναι επίσης παρόν ως υλικό σώμα, π.χ. ως χρυσός. Ενόσω η αξία δεν έχει ακόμη θεμελιωθεί, δεν είναι δυνατόν να θεωρήσουμε το χρυσό ως ήδη αξία, επομένως ένα κατάλληλο μέτρο εμπορευμάτων. Το χρυσό μπορούμε να τον εννοήσουμε εδώ όπως εμφανίζεται άμεσα, και συγκεκριμένα ως υλικό σώμα. Τα εμπορεύματα μπορούν να πραγματώνουν την καθολικότητά τους [universality] μόνο έξω απ’ αυτά, εφόσον δεν αποτελούν συγκεκριμενοποίηση μιας εκ των προτέρων δεδομένης ουσίας. Στην πρώτη έκδοση του Κεφαλαίου, ο Μαρξ παραθέτει μια διαφωτιστική αναλογία προκειμένου να καταστήσει σαφές το παράδοξο της σχέσης χρήματος και εμπορευμάτων: «Είναι σαν να υπήρχε, παράλληλα με τα λιοντάρια, τις τίγρεις, τους λαγούς και όλα τα άλλα πραγματικά ζώα, […] επίσης και το ζώον, η ατομική ενσάρκωση του συνολικού ζωικού βασιλείου».[2]

Το παράδειγμα αυτό μας υπενθυμίζει τη θέση του Χέγκελ: «Δεν μπορούμε να εστιάσουμε στο “ζώο ως τέτοιο”, παρά μόνο σ’ ένα συγκεκριμένο ζώο. Το “ζώο” δεν υπάρχει. Αντίθετα, η έκφραση αυτή αναφέρεται στη γενική φύση των μεμονωμένων ζώων, και κάθε υπαρκτό ζώο είναι κάτι πολύ περισσότερο καθορισμένο, κάτι συγκεκριμενοποιημένο» . [3] Η ιδιαιτερότητα τώρα του (εμπορευματικού) χρήματος είναι ότι όπως το «γενικό εμπόρευμα», είναι κάτι στο οποίο μπορούμε να «εστιάσουμε». Η γενική διάσταση που ενοποιεί τα εμπορεύματα προϋποτίθεται ότι είναι η αξία και στο χρήμα αυτή η «εσώτερη φύση» τίθεται ως «ένα πράγμα» δίπλα σε αυτά.

Η άποψη του Χέγκελ είναι ότι το γενικό δεν είναι μια απλή αφαίρεση, μια απλή αφηρημένη κοινή ιδιότητα, αλλά ένα συγκεκριμένο γενικό που εμπεριέχει μέσα του τις συγκεκριμενοποιήσεις του. Όπως είδαμε στο χωρίο όπου ο Χέγκελ συζητούσε για το «ζώο», το συγκεκριμένο γενικό δεν υπάρχει δίπλα στα επιμέρους ατομικά. Το γενικό γίνεται αντιληπτό ως η ουσία των επιμέρους ατομικών, κάνοντάς τα αυτό που είναι. Γιατί λοιπόν, στην έννοια της αξίας, αν αυτή μπορεί να θεωρηθεί ένα τέτοιο συγκεκριμένο γενικό, η εσώτερη αυτή ουσία δεν βρίσκεται μέσα στα εμπορεύματα αλλά έξω απ’ αυτά, και ενσαρκώνεται σ’ ένα χρηματικό εμπόρευμα; Αυτό οφείλεται στο ότι τα εμπορεύματα ως τέτοια είναι από υλική άποψη ετερογενή και δεν έχουν κάποια κοινή εσώτερη φύση. Η δημιουργία της αξίας ως συγκεκριμένης έννοιας εξασφαλίζεται μόνον όταν το χρήμα ως υλική ύπαρξη δίνει στα εμπορεύματα μια γενική μορφή τιμής. Ενώ η γενική μορφή σκέψης αντιλαμβάνεται τις ιδιαιτερότητές της στη σκέψη, η αξιακή μορφή αντιλαμβάνεται τις ιδιαιτερότητές της μέσω της αντικειμενικής σχέσης, την οποία διατηρεί αυτό το χρήμα με τα εμπορεύματα.

Επομένως, υπάρχει μια διαφορά μεταξύ της εφαρμογής της λογικής του Χέγκελ και της θέσης ομολογίας που προτείνω. Στην πρώτη περίπτωση η υπόθεση που γίνεται είναι ότι υφίσταται μια γενική εσώτερη ουσία των εμπορευμάτων η οποία μπορεί να αφαιρεθεί μέσω της σκέψης. Σε αντίθεση με αυτό, υποστηρίζω ότι η κίνηση της ανταλλαγής διαμορφώνει μια χεγκελιανή έννοια που λειτουργεί στην πράξη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο απαιτείται ένας υλικός φορέας της γενικής βαθμίδας, παράλληλα με τα μεμονωμένα εμπορεύματα που περιλαμβάνει αυτή ως αξίες. Η ιδιόμορφη ανάγκη ύπαρξης της αξίας ως συγκεκριμένου γενικού, το οποίο εμφανίζεται με ένα σχήμα που έχει τη δυνατότητα να αλληλεπιδρά με τα εμπορεύματα, σημαίνει ότι η αξία θα πρέπει να παίρνει το ανάλογο σχήμα με «το ζώον», δηλαδή το σχήμα ενός τόπου γενικότητας, παράλληλα με τα μεμονωμένα αντικείμενα, δηλαδή του χρήματος.

Ας περάσουμε τώρα στη διερεύνηση της ομολογίας μεταξύ της μορφής του χρήματος και της θεωρίας της Έννοιας που υποστηρίζει ο Χέγκελ. «Η έννοια ως τέτοια» έχει τρεις βαθμίδες, την καθολικότητα [το γενικόν: universality], την ιδιαιτερότητα και τη μοναδικότητα.

Δεδομένου ότι η Έννοια ως τέτοια είναι καθαρά μορφική, ο Χέγκελ υπογραμμίζει ότι η «ενικότητα» [Singularity] δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι σημαίνει μεμονωμένα πράγματα, μοναδικότητες [ατομικότητες: singulars] (το τελευταίο αυτό εμφανίζεται, όπως θα δούμε, στις κρίσεις [judgments]). Τώρα ένα σημαντικό λεπτό σημείο που απορρέει από τη διαφορά «ενικότητας» και «μοναδικότητας» είναι ότι η κίνηση της συγκεκριμενοποίησης διπλασιάζεται. Σ’ ένα καθαρά τυπικό επίπεδο, η Έννοια συγκεκριμενοποιείται σε ενικότητα, όμως, στο επίπεδο της πραγματικότητας υπάρχουν πολλές ταυτόσημες μοναδικότητες, καθεμιά από τις οποίες είναι συγκεκριμενοποίηση της Έννοιας. Ακόμη, οι μοναδικότητες αυτές, ως απόλυτη περιπτωσιοποίηση του γενικού, είναι σε θέση να το αντανακλούν. Αυτή η επιστροφή της Έννοιας στον εαυτό της παίρνει τη μορφή της Κρίσης [Judgment]. Το αφηρημένο υπόδειγμα της κρίσης είναι «το Ατομικόν [singular] είναι το Γενικόν [Universal]». [4] Η βαθμίδα της ιδιαιτερότητας επικυρώνει αυτή την κρίση στο βαθμό που η μοναδικότητα αποτελεί πραγματικά μια προσδιορίσιμη συγκεκριμενοποίηση του γενικού. Από τη μορφή αυτή η έννοια περνά στο «συλλογισμό» [syllogism]. Γράφει ο Χέγκελ:

«Το καθετί είναι συλλογισμός. Το καθετί είναι έννοια, η ύπαρξη της οποίας είναι η διαφοροποίηση των στιγμών της κατά τρόπο ώστε η γενική της φύση να οικειοποιείται την εξωτερική πραγματικότητα μέσω της ιδιαιτερότητας, και κατ’ αυτό τον τρόπο να γίνεται μοναδική. Ή, αντίστροφα, το πραγματικό είναι μια ατομικότητα που μέσω της ιδιαιτερότητας ανυψώνεται στην καθολικότητα [universality: στο γενικόν] και καθίσταται ταυτόσημη με τον εαυτό της». [5]

Ας δούμε τώρα πώς μπορούμε να συσχετίσουμε όλ’ αυτά ώστε να συναρθρώσουμε τη μορφή της αξίας. Το χρήμα δίνει στην καθαρή έννοια της αξίας μια φαινομενική ύπαρξη. Εκτός αυτού, εμφανίζεται συγκεκριμένα ως ένα χρηματικό ποσό, γιατί το «ποσό» είναι η μόνη λογικά εφικτή συγκεκριμενοποίηση αξίας. Αυτό μας επιτρέπει την κρίση, που στην υλική περιπτωσιοποίηση του υποδείγματος του Χέγκελ είναι π.χ., «το εμπόρευμα αυτό κατέχει αξία». Η προσδιοριστική κρίση «πόση αξία;» μπορεί να εκφραστεί μόνο χρηματικά. Έτσι, λοιπόν, μπορούμε να δείξουμε ότι το σακάκι κατέχει αξία όπως συνάγεται από την πώλησή του αντί τριών δολαρίων. Εδώ το σακάκι ως μοναδιαία (singular) περίπτωση αξίας επικυρώνεται από τη γενική μορφή της αξίας, συγκεκριμένα του χρήματος, μέσω του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού που δίνεται με τη μορφή της τιμής.

Για την πραγμάτωση της έννοιας απαιτούνται και οι δύο όψεις. Η αξία δεν μπορεί να υπάρξει μόνο σε καθαρή μορφή, έχοντας ως επαρκή έκφραση το χρήμα. Πρέπει να υπάρχει και κάτι που θα αποτιμηθεί σε χρήμα. Αντίστοιχα, τα εμπορεύματα αποτιμώνται ως αξίες μόνο διά του χρήματος. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν δύο είδη συγκεκριμενοποίησης της αξίας. Σε ιδεατό επίπεδο, το τιμολογημένο εμπόρευμα συγκεκριμενοποιείται ως ένα απλό ποσό αξίας που μετριέται σε χρήμα. Όμως το εμπόρευμα ως υλικό αντικείμενο συγκεκριμενοποιείται με πολλαπλούς τρόπους σε αντικείμενα που έχουν αξία. Υπάρχει μια πλειάδα παρόμοιων σακακιών με την ίδια αξία, όμως υπάρχει μόνο μια τιμή σακακιού. Ο ακόλουθος πίνακας παρουσιάζει την αμοιβαία διάχυση μεταξύ αυτών των όψεων της αξίας.

«Συλλογισμός» της αξίας

Το γενικόν [universality: καθολικότητα] (χρήμα)

Ιδιαιτερότητα (ποσό)

Μεμονωμένο εμπόρευμα Ενικότητα (χρηματικό ποσό)

Η κρίση αναφορικά με την τιμή

Η αξία του εμπορεύματος είναι τρία δολάρια

Στον εν λόγω πίνακα, η διπλή κίνηση της συγκεκριμενοποίησης καταλήγει τόσο στην παρουσία του χρήματος ως ενός χρηματικού ποσού, όσο και στην παρουσία του μεμονωμένου εμπορεύματος, το οποίο χάρη στην παράλληλη συγκεκριμενοποίηση εμπεριέχει μια ποσότητα αξίας. Οι κινήσεις αυτές αντανακλώνται καθαρά η μια στην άλλη όταν ένα εμπόρευμα αποτιμάται σ’ ένα χρηματικό ποσό. Ο συλλογισμός της αξίας στηρίζει την κρίση περί της τιμής, πχ. «Η αξία αυτού του εμπορεύματος είναι τρία δολάρια».

Βλέπουμε ότι ο διπλός προσδιορισμός της Έννοιας που παρέθεσα σε αναφορά με τον Χέγκελ είναι παρών στον πίνακά μας. Ο Χέγκελ μιλούσε για το γενικό που αυτοπροσδιορίζεται μέσω της ιδιαιτερότητας σε μεμονωμένο, και θεωρούσε ότι το συμπλήρωμά του είναι η άνοδος του μεμονωμένου, μέσω της ιδιαιτερότητας, στο γενικόν. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, μ’ αυτό τον τρόπο «τα πάντα είναι συλλογισμός». Όμως, η έννοια της αξίας δεν είναι ενδοφυής σ’ ένα συγκεκριμένο πράγμα (όπως η «ζωικότητα» είναι ενδοφυής στο σκύλο). Οι στιγμές της κατανέμονται υλικά μέσω του χρήματος και των εμπορευμάτων. Η αξία αποκτά τον εννοιολογικό της προσδιορισμό μόνο μέσω της τιμής.

Επειδή ασχολούμαστε μόνο με τον ποσοτικό προσδιορισμό της αξίας, καθώς δεν υπάρχει καμιά ποιοτική διαφορά, όταν περνάμε στις μορφές του συλλογισμού η μόνη ισχύουσα μορφή είναι αυτή που ο Χέγκελ αποκαλεί συλλογισμό της ισότητας. Στην περίπτωσή μας είναι δεδομένος ο επαγωγικός συλλογισμός ότι αν η αξία του Α ισούται με την αξία του Β και η αξία του Β ισούται με την αξία του Γ, τότε η αξία του Α ισούται με την αξία του Γ. Αυτό σημαίνει τη μεταβατικότητα των τιμών.

Ο Χέγκελ υποστηρίζει ότι ένα αυτοσυντηρούμενο σύστημα αλήθειας επιτυγχάνεται όταν οι προϋποθέσεις ενός συλλογισμού είναι το αποτέλεσμα άλλων συλλογισμών. Αυτό ισχύει προφανώς εάν αναδιατάξουμε τη σειρά του συλλογισμού ισότητας των τιμών. Όποιοι και αν είναι οι δύο όροι της ισότητας που θα θεωρήσουμε αρχικά, η μεταβατικότητα διασφαλίζει την τρίτη. Πρόκειται για έναν σταθερό χώρο τιμών και όχι για κάποιο σύνολο τυχαίων τιμών, ακόμη λιγότερο για ένα συνονθύλευμα ad hoc συναλλαγών αντιπραγματισμού. Επομένως, στο σύνολο των συμπληρωματικών τιμών η έννοια της αξίας αρθρώνεται ως ένα μοναδιαίο [unitary] όλο. Έχει γενικό πεδίο αναφοράς και μοναδικότητα μορφής, όπως η ίδια η ολότητα. Όταν συμπέσουν οι εκτιμήσεις τού πόσο «αξίζει», οι συναλλασσόμενοι καταλήγουν σε μια πράξη ανταλλαγής. Αυτή η κίνηση από την «υποκειμενική» σύλληψη της αξίας στην παρουσία της στις πραγματικές συναλλαγές αντιστοιχεί στη λογική της «αντικειμενικότητας» του Χέγκελ.

Κατά την εξέταση της διαλεκτικής της ανταλλαγής και των «μεταμορφώσεων των εμπορευμάτων», αρχίζουμε με την απλή ανταλλαγή ενός εμπορεύματος με ένα άλλο. Αυτό αντιστοιχεί με τη χεγκελιανή λογική του «μηχανισμού». Η σφαίρα αυτή χαρακτηρίζεται από την έκδηλη διαφορά των πραγμάτων μεταξύ τους ως απλή αριθμητική διαφορά. Έτσι λοιπόν, με τους δικούς μας όρους, δεν αρχίζουμε με την κοινωνική συγκεκριμενοποίηση κατά την ανταλλαγή και την κυκλοφορία ως ομοιογενούς σφαίρας της αξίας. Οι δρώντες φορείς ενδέχεται να έχουν συγκεχυμένες ιδέες σχετικά με τις εκτιμήσεις του «πόσο αξίζει», μέχρις ότου η συμπεριφορά τους ρυθμιστεί από κάποιο αντικειμενικό νόμο. Όπως, όμως, οι λογικά συσχετιζόμενες εκτιμήσεις επιτρέπουν τη συναγωγή ενός συμπεράσματος, η συμφωνία στις εκτιμήσεις για το «πόσο αξίζει» ενδεχομένως να επιτρέψει την επίτευξη μιας συμφωνίας. Ως δυαδική συναλλαγή, ίσως στερείται κοινωνικής εγκυρότητας. Όμως, όπως το ιδεατό της αξίας συνεπάγεται την αναγκαιότητα της μεταβατικότητας των τιμών, έτσι και αντικειμενικά η δραστηριότητα της αναζήτησης της καλύτερης τιμής τείνει να επιτύχει την ενότητα της αγοράς.

Η «δράση» της εκχώρησης του εμπορεύματος Α έναντι του εμπορεύματος Β απαιτεί την «αντίδραση» της εκχώρησης του εμπορεύματος Β έναντι του εμπορεύματος Α. Εδώ υπεισέρχεται ως εξωτερική συνθήκη η πολύ γνωστή δυσκολία της εξασφάλισης μιας διπλής σύμπτωσης των επιθυμιών. Ακόμη και αν προϋποθέσουμε ότι τα δύο εμπορεύματα είναι ταυτόσημης αξίας και επομένως στηρίζονται σε κοινό έδαφος, αυτό το «κέντρο έλξης» παραμένει πολύ ασαφές και δεν μπορεί να έχει καμιά συνέπεια.

Η χεγκελιανή αρχή του «χημισμού», που αναφέρεται στη συγγένεια των διαφορετικών αλλά συμπληρωματικών προσδιορισμών, δημιουργεί τον εννοιολογικό χώρο για το χρήμα. Η τυφλή διαδικασία της ενέργειας και αντενέργειας κατά την ανταλλαγή αναπαρίσταται ως αγορά και πώληση. Είναι η διαδικασία μέσω της οποίας το χρήμα ως το γενικό ρευστό λειτουργεί ως ο καταλύτης για την ανάδειξη της ενικότητας του αγοραζόμενου εμπορεύματος, ενώ το πωλούμενο εμπόρευμα εξαϋλώνεται σε αξία, υπό τη γενική της μορφή. Εδώ η λειτουργία της πληρωμής διά του χρήματος έγκειται στην αντικειμενική πραγματοποίηση της ποσότητας αξίας που θεωρητικά κατέχει το εμπόρευμα ως τιμή.

Οι δύο αντίθετες κινήσεις, πώληση και αγορά, υπάρχουν ταυτόχρονα σε κάθε συναλλαγή. Αν, όμως, διαφοροποιούνται ως προς τη σειρά διαδοχής, ως πώληση που ακολουθείται από μια αγορά, τότε προβάλλει μια νέα λογική και μια νέα λειτουργία του χρήματος. Αυτό συμβαίνει όταν πουλάω προκειμένου να αγοράσω. Η διαδοχή αυτή (Ε – Χ, Χ – Ε) είναι το αντικειμενικό αντίστοιχο του συλλογισμού περί των τιμών. Είναι ένα παράδειγμα της «πεπερασμένης» τελεολογίας, γιατί το Ε – Χ χρησιμεύει ως μέσο για το Χ – Ε, καθώς ο σκοπός εδώ συνεχίζει να είναι μια αξία χρήσης, όπως και στην απλή ανταλλαγή. Το χρήμα, έχοντας επιτελέσει το σκοπό του ως ενδιάμεσου, χάνεται από το προσκήνιο. Ή μήπως όχι; Στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι κάθε αγορά είναι και πώληση, το χρήμα κυκλοφορεί ασταμάτητα. Όμως, αυτή η μόνιμη παρουσία του χρήματος ως μέσου κυκλοφορίας εμφανίζεται ως μια αναδυόμενη ιδιότητα του συστήματος ανταλλαγών, που όμως δεν το κατευθύνει. Ωστόσο, στο κύκλωμα Χ – Ε – Χ το χρήμα αναδεικνύεται σε απαρχή και σκοπό της ανταλλαγής. Μ’ αυτό τον τρόπο, η λανθάνουσα ενότητα της έννοιας βρίσκεται στην αντικειμενική διαμεσολάβηση των στιγμών της. Το χρήμα τώρα απελευθερώνεται από την αξία χρήσης, καθιστώντας το σκοπό της ανταλλαγής δικό του. Αυτή είναι η «ατελεύτητη τελεολογία», σύμφωνα με την ορολογία του Χέγκελ.

Η αυτοαναφορά του χρήματος στο κύκλωμα αυτό συνιστά μια νέα μορφή αξίας, το κεφάλαιο, το οποίο αυτοπραγματώνεται μέσω των μεταμορφώσεων του χρήματος και των εμπορευμάτων. Στο σχήμα Χ – Ε – Χ η αξία αναφέρεται στον εαυτό της, συγκεκριμενοποιούμενη από το χρήμα σ’ ένα απλό εμπόρευμα και στη συνέχεια επανακτώντας τη γενική της μορφή μέσω της πραγματοποίησης της αξίας του εν λόγω εμπορεύματος. Υπ’ αυτή την έννοια, οριζόμενο ως η ολότητα αυτών των προσδιορισμών, το κεφάλαιο είναι ατομικό. Τα εμπορεύματα και το χρήμα αποτελούν στιγμές του. Το κεφάλαιο, ως κύκλωμα επικεντρωμένο στην αξιοποίηση της αξίας, είναι η «Ιδέα» της χεγκελιανής ορολογίας.


[1] Christopher J. Arthur (2002), The New Dialectic and Marx’s “Capital”, Leiden/Boston: Brill.

[2] Karl Marx und Friedrich Engels (1983), Gesaamptausgabe [MEGA], Zweite Abteilung, Band 5 (Berlin: Dietz Verlag): 37. Επίσης, Καρλ Μαρξ (1991), Εμπόρευμα και χρήμα, Κριτική: Αθήνα: 65.

[3] G.W.F. Hegel (1991), The Encyclopaedia Logic, μτφ. Geraets, T.F. et al., Indianapolis: Hackett, para. 24, Addition.

[4] Hegel, The Encyclopaedia Logic , όπ.π., para. 166. Βλ. και Γκέοργκ Χέγκελ (1991), Η επιστήμη της Λογικής, Δωδώνη: Αθήνα: 350 (ΣτΜ).

[5] Hegel, The Encyclopaedia Logic, όπ.π., para. 181. Βλ. Γκέοργκ Χέγκελ, όπ.π.: 375-76 (ΣτΜ)


Πηγή : Θέσεις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου